G1000: το παράδειγμα του Βελγίου

Το G1000 ήταν ένα καινοτόμο πείραμα συμμετοχικής δημοκρατίας το οποίο προέκυψε ως απάντηση στην «δημοκρατική κρίση» του Βελγίου, η οποία ξεκίνησε το 2007 και κορυφώθηκε μετά τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2010, όταν κανένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα δεν κατάφερε να έχει καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το κοινοβούλιο δεν κατάφερε ως εκ τούτου να συμφωνήσει στην δημιουργία καινούριας κυβέρνησης για 541 μέρες.

Στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους, μία ανάλυση του πιο πάνω αδιεξόδου εμφανίστηκε ως μανιφέστο στις πέντε μεγαλύτερης κυκλοφορίας εφημερίδες του Βελγίου. Το μανιφέστο αυτό είχε 27 υπογραφές από τα ιδρυτικά μέλη του G1000. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το κείμενο αυτό είχε συγκεντρώσει πάνω από 10000 υπογραφές.

Ο λόγος; Το μανιφέστο του G1000 εκτός από την ανάλυση του τότε αδιεξόδου, παρουσίαζε και μία πρόταση για το πως οι ίδιοι οι πολίτες θα μπορούσαν να αναλάβουν την νομοθετική λειτουργία, χωρισμένη σε 3 φάσεις, με σαφή χρονικό ορίζοντα:

  • Ιούνιος – Νοέμβριος του 2011: Χρήση του διαδικτύου για να ορίσουν οι πολίτες τη αντζέντα του νομοθετικού έργου που θα αναλάμβαναν.
  • 11 Νοεμβρίου 2011: Η κύρια εκδήλωση του G1000 ήταν μία συγκέντρωση τυχαία επιλεγμένων πολιτών που ονομάστηκε «Συνέλευση Πολιτών» και διοργανώθηκε σε μία μεγάλη αίθουσα στις Βρυξέλλες. Σε αυτή προσκλήθηκαν 1000 πολίτες, από τους οποίους 704 αποδέχθηκαν τελικά την πρόσκληση, και συμμετείχαν στη νομοθετική διαδικασία. Η εκδήλωση μεταδώθηκε ζωντανά από τον διαδικτυακό τόπο του G1000. Παράλληλα με την κύρια εκδήλωση, δόθηκε η δυνατότητα συμμετοχής διαδικτυακά τόσο σε άτομα (G-Home), όσο και σε μικρές ομάδες σε όλη την χώρα (G-Off).
  • Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 2012: Δημιουργήθηκε ένα «πάνελ πολιτών» από 32 πολίτες που είχαν συμμετάσχει στην προηγούμενη διαδικασία, να επεξεργαστούν εις βάθος τις προτάσεις που προέκυψαν από την προηγούμενη διαδικασία, κατά τη διάρκεια τριών σαββατοκύριακων.

Στις 11 Νοεμβρίου του 2012, οι 32 πολίτες που συμμετείχαν στην τελευταία φάση της διαδικασίας παρουσίασαν τα αποτελέσματα σε μία τελική εργασία.

Επιλογή των συμμετεχόντων

Κατά την πρώτη φάση του εγχειρήματος για την διαμόρφωση των θεματικών του νομοθετικού έργου, η πρόσβαση στην διαδικασία ήταν ανοιχτή σε όλους όσους είχαν πρόσβαση στο διαδίκτυο, και ήθελαν να προτείνουν ένα θέμα προς συζήτηση ή ερωτήματα για τη «Συνέλευση πολιτών». Σε αυτό το στάδιο, πάνω από 6000 πολίτες έλαβαν μέρος.

Οι συμμετέχοντες στη δεύτερη φάση του εγχειρήματος επιλέχθηκαν κατά 90% στην τύχη, χρησιμοποιώντας έναν αλγόριθμο που διάλεγε στην τύχη τηλεφωνικές συνδέσεις μέσω των οποίων γινόταν η πρόσκληση. Η χρήση του τηλεφώνου για την πρόσκληση των συμμετεχόντων είχε ως αποτέλεσμα μόνο το 3% των ερωτηθέντων να ανταποκριθεί θετικά στην πρόσκληση.

Το υπόλοιπο 10% των συμμετεχόντων επιλέχθηκε με δημογραφικά κριτήρια, έτσι ώστε στην διαδικασία να συμμετέχουν ακόμα και άθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας (άστεγοι, οικονομικοί μετανάστες, κλπ.) Η επαφή με αυτούς τους συμμετέχοντες έγινε με τη βοήθεια εθελοντικών ακτιβιστικών οργανώσεων.

Οι πολίτες που τελικά συμμετείχαν ήταν από 18 έως 85 ετών, ενώ τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους ήταν αντίστοιχα αυτών του συνολικού πλυθυσμού. Για παράδειγμα, τα ποσοστά γυναικών-ανδρών ήταν 52-48, τα ποσοστά Φλαμανδών-Γαλλόφωνων 61-39, κλπ.

Επιπλέον, 1086 πολίτες συμμετείχαν μέσω των G-Home και G-Off. 730 συνδέθηκαν διαδικτυακά, και 356 παρακολούθησαν τις μικρής κλίμακας τοπικές συνελεύσεις. Για τη συμμετοχή αυτών δεν έγινε κάποια επιλογή, αλλά συμμετείχαν όσοι ήθελαν.

Οι 32 συμμετέχοντες της τρίτης φάσης επιλέχθηκαν από τους συμμετέχοντες στο G1000, καθώς και στα G-Offs και G-Home, οι οποίοι είχαν δηλώσει αντίστοιχο ενδιαφέρον. Επιλέχθηκαν ξανά με έναν τυχαίο αλγόριθμο, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι το δείγμα των 32 να έχει τα ίδια δημογραφικά χαρακτηριστικά με το σύνολο του πλυθυσμού.

Διαβούλευση

Κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του G1000, οι συμμετέχοντες από το διαδίκτυο έθεσαν τα θέματα με τα οποία θα ασχολούταν η «Συνέλευση Πολιτών». Καθ όλη τη διάρκεια του 2011, μέσω μίας εκστρατείας ενημέρωσης, οι Βέλγοι πολίτες κλήθηκαν να συνεισφέρουν με τις ερωτήσεις και τις ιδέες τους στην θεματολογία. Όποιος μάλιστα κατέθετε πρόταση, ερώτηση, ή πρόβλημα που θα ήθελε να λυθεί, μπορούσε διαδικτυακά να ψηφίσει υπέρ προτάσεων που είχαν ήδη καταθέσει άλλοι. Προέκυψαν κάποιες χιλιάδες ενδιαφέρουσες ιδέες, τις οποίες οι διοργανωτές χώρισαν σε 25 θεματικές κατηγορίες. Αυτές αναρτήθηκαν διαδικτυακά τον Οκτώβριο του 2011, και τέθηκαν σε διαδικτυακή ψηφοφορία. Από την ψηφοφορία προέκυψαν οι τρεις θεματικές της συνέλευσης πολιτών που ήταν κατά σειρά οι εξής: «Κοινωνική Ασφάλιση», «Κατανομή του πλούτου στην οικονομική κρίση», και «Μετανάστευση». Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας οι διοργανωτές προέβλεψαν έτσι ώστε οι προτάσεις να παρουσιάζονται σε τυχαία σειρά, ενώ έγινε χρήση και ειδικού λογισμικού, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα νοθείας των αποτελεσμάτων.

Η «Συνέλευση Πολιτών» της δεύτερης φάσης του εγχειρήματος ακολούθησε την μεθοδολογία του «Town Hall Meeting». Σύμφωνα με αυτή, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε 81 τραπέζια (περίπου 9 άτομα ανά τραπέζι), και εκεί κλήθηκαν να συζητήσουν τις ιδέες τους σχετικά με τις τρεις προαναφερθείσες κατηγορίες. Για κάθε θεματική υπήρχαν δύο εισηγήσεις από Βέλγους ακαδημαϊκούς, οι οποίες παρουσιάστηκαν συγχρόνως στο σύνολο των συμμετεχόντων. Μετά από τις δύο εισηγήσεις της κάθε θεματικής, ακολουθούσε συζήτηση στα τραπέζια. Τα αποτελέσματα της συζήτησης του κάθε τραπεζιού μεταφέρονταν στην οργανωτική επιτροπή, η οποία τα συνέπτησσε, και τα πρόβαλε σε γιγαντοοθόνες, ορατές σε όλους τους συμμετέχοντες. Οι συμμετέχοντες στη συνέχεια επέλεγαν με ψηφοφορία τις πιο δημοφιλείς προτάσεις.

Ο διαχωρισμός των τραπεζιών έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε στα περισσότερα τραπέζια να υπάρχει κοινή γλώσσα. Έτσι, δημιουργήθηκαν 35 Φλαμανδόφωνα, 29 Γαλλόφωνα, 1 Γερμανόφωνο και 29 μικτά τραπέζια συζήτησης, μέ έναν συντονιστή ανά τραπέζι. Τα μικτά τραπέζια διέθεταν επιπλέον και έναν μεταφραστή.

Οι συντονιστές είχαν την ευθύνη να εξασφαλίσουν ότι όλοι οι συμμετέχοντες θα ενημερώνονταν σωστά για το πρόβλημα και για πιθανές λύσεις, αλλά και να καταγράψουν όλες τις ιδέες και προσεγγίσεις που θα προέκυπταν. Οι συζητήσεις οργανώθηκαν με τρόπο που να ενθαρρύνουν όλους τους συμμετέχοντες να προσφέρουν στην συζήτηση. Σε περίπτωση που διαφαινόταν ότι κάποιοι συμμετέχοντες ήταν λιγότερο ικανοί στον δημόσιο διάλογο, οι συντονιστές χώριζαν το τραπέζι σε μικρότερα γκρουπ.

Τέλος, στη συζήτηση συμμετείχαν και όσοι χρησιμοποίησαν τις διαδικτυακές τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν από το G1000, μέσω των G-Off, όπου οι τοπικές συγκεντρώσεις είχαν την δυνατότητα να παρακολουθήσουν ζωντανά τις εισηγήσεις των ειδικών και να διαβουλευτούν τοπικά με αντίστοιχη μεθοδολογία, και του G-Home, μίας διαδικτυακής εφαρμογής.

Η τρίτη φάση του G1000 είχε ως στόχο να επεξεργαστεί σε βάθος τις ιδέες της «Συνέλευσης Πολιτών». Για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε μία μικρότερη ομάδα από 32 πολίτες, οι οποίοι συνεδρίασαν για τρία διαφορετικά σαββατοκύριακα. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν το «citizens’ panel», μία συναινετική διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία διευκολύνει τις εις βάθος συζητήσεις. Στις συζητήσεις αυτές είχαν την δυνατότητα να καλέσουν επιπλέον ειδικούς ή άλλους ενδιαφερόμενους. Κατά την διαδικασία αυτή οι 32 πολίτες αποφάσισαν να επικεντρωθούν στο θέμα της Κοινωνικής Ασφάλειας, και πιο συγκεκριμμένα στα θέματα της εργασίας και της ανεργίας. Για τα θέματα αυτά κατέληξαν σε σαφείς προτάσεις, τις οποίες και παρουσίασαν στα διαφορετικά κοινοβούλια του Βελγίου.

Αποτελέσματα

Το όλο εγχείρημα είχε στόχο να προσφέρει σε τρία δαιφορετικά επίπεδα: στο επίπεδο της κοινωνικής καινοτομίας μέσω της μεθοδολογίας, στην παροχή σαφών νομοθετικών προτάσεων, και στο να φέρει την ανάγκη για δημοκρατικές καινοτομίες στην καρδία της πολιτικής συζήτησης.

Το εκπληκτικό με το παράδειγμα του Βελγίου ήταν ότι τα κατάφερε, όταν κάτι τέτοιο φάνταζε αδύνατο στην αρχή της προσπάθειας. Τα αποτελέσματα, όσο και όλο το εγχείρημα προσέλκυσαν την προσοχή των ΜΜΕ, και στο τέλος της διαδικασίας υπήρχε ένα εμπεριστατωμένο κείμενο με καλά επεξεργασμένες νομοθετικές προτάσεις.

Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες δήλωναν αργότερα ότι τους δώθηκε πραγματικά η δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα, ότι οι απόψεις τους ακούστηκαν, και ότι η διαδικασία έβγαλε θετικά αποτελέσματα.

Μεγάλη ήταν και η επιτυχία του εγχειρήματος να φέρει την συζήτηση για δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής αντζέντας. Πολιτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα παρακολούθησαν και σχολίασαν την διαδικασία. Οι διοργανωτές κλήθηκαν να παρουσιάσουν το εγχείρημα σε διάφορα θεσμικά όργανα: στην κυβέρνηση, σε πολιτικές οργανώσεις, σε πανεπιστήμια. Η ίδια η ιδέα της συμμετοχικής διαμόρφωσης νόμων εξαπλώθηκε τόσο σε τοπικό επίπεδο μέσα στο Βέλγιο, όσο και διεθνώς (το G500 διοργανώνεται στην Ολλανδία).

Ανάλυση και κριτική

Αν και το G1000 αποτελεί σημαντικό σταθμό για τις δημοκρατικές διαδικασίες παγκοσμίως, τόσο όσον αφορά στη μεθοδολογία, όσο και στην χρηματοδότησή του, υπάρχουν κάποια σημεία που θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Για παράδειγμα, η ισσοροπημένη ενημέρωση των πολιτών κρίνεται ελλειπής, αφού την ανέλαβαν μόνο δύο εισηγητές ανά θέμα, με αποτέλεσμα να μην παρουσιαστεί το πλήρες φάσμα των απόψεων πάνω σε κάθε θεματική. Η αδυναμία αυτή θα μπορούσε ίσως να είχε καταπολεμηθεί εάν οι διοργανωτές είχαν φροντίσει να δώσουν περισσότερες πληροφορίες πριν την κύρια εκδήλωση, πράγμα που δεν έγινε. Το βάρος έπεσε στους συντονιστές, οι οποίοι υπογράμμιζαν σε κάθε τραπέζι ότι δεν ήταν απαραίτητο να ακολουθηθούν οι γνώμες των ειδικών.

Επίσης, στην τρίτη φάση του εγχειρήματος, ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν πολύ μικρός. Αν και οι διοργανωτές φρόντισαν το δείγμα να είναι χαρακτηριστικό της Βέλγικης κοινωνίας, εντούτοις χρησιμοποιώντας μικρά δείγματα είναι δύσκολο να πείσει κανείς για την επαναληψιμότητα της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, είναι πιο εύκολο να υποστηρίξει κανείς ότι με ένα διαφορετικό τυχαίο δείγμα, τα αποτελέσματα της διαβούλευσης θα ήταν εντελώς διαφορετικά.

Τέλος, υπήρξε κριτική απέναντι στην έλλειψη ικανοποιητικού βαθμού διαφάνειας στην τρίτη φάση. Αν και η φάση αυτή δημιούργησε εμπεριστατωμένες εισηγήσεις από τους πολίτες, πολλοί υποστήριξαν ότι η όλη διαδικασία ίσως να έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί με την «Συνέλευση Πολιτών».

05
Σεπ
δημοσιεύτηκε στην κατηγορία: Άρθρα, Σημαντικά από τον χρήστη
Μια απάντηση σε G1000: το παράδειγμα του Βελγίου
  1. [...] Στις 19 Ιουνίου 2013 ξεκίνησε το παράδειγμα της Ελλάδας. Μία προσπάθεια να δημιουργηθεί από τους ίδιους τους πολίτες μία Συνταγματική πρόταση, χρησιμοποιώντας συμμετοχικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, εξελίσσοντας και βελτιώνοντας αντίστοιχες διαδικασίες που εφαρμόστηκαν στην Ισλανδία και το Βέλγιο. [...]

Αφήστε το σχόλιο σας

επισκέψεις